ΠΕΡΙΛΗΨΗ
H μελέτη εξέτασε πώς αυτό που τρώμε μπορεί να επηρεάζει τον κίνδυνο καρκίνου, αναλύοντας δεδομένα από περισσότερα από 1,8 εκατομμύρια άτομα σε εννέα επιμέρους μακροχρόνιες μελέτες σε διάφορες χώρες. Οι συμμετέχοντες ταξινομήθηκαν ανάλογα με τη διατροφή τους σε: καταναλωτές κρέατος, καταναλωτές πουλερικών, πεσκαταριανούς (pescatarians, fish eaters), χορτοφάγους (vegetarians) και βίγκαν (vegans). Σε διάστημα περίπου 16 ετών, οι ερευνητές κατέγραψαν περισσότερα από 220.000 νέα περιστατικά 17 τύπων καρκίνου. Η μελέτη έδειξε ότι τα διατροφικά πρότυπα μπορούν να επηρεάσουν τον κίνδυνο καρκίνου, αν και τα αποτελέσματα διαφέρουν. Οι πεσκαταριανοί και οι χορτοφάγοι εμφάνισαν γενικά χαμηλότερο κίνδυνο για καρκίνους όπως ο καρκίνος του παχέος εντέρου, του μαστού, των νεφρών, του παγκρέατος και του προστάτη. Ωστόσο, υπήρξαν και απροσδόκητα ευρήματα: οι χορτοφάγοι είχαν υψηλότερο κίνδυνο για έναν συγκεκριμένο τύπο καρκίνου του λαιμού, ενώ οι βίγκαν παρουσίασαν υψηλότερο κίνδυνο για καρκίνο του παχέος εντέρου. Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι η σχέση μεταξύ διατροφής και καρκίνου είναι πολύπλοκη και ότι πολλοί παράγοντες—συμπεριλαμβανομένης της διατροφής και του τρόπου ζωής—διαδραματίζουν ρόλο.
ΑΝΑΛΥΣΗ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
Πώς πραγματοποιήθηκε η μελέτη
Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί ποτέ σχετικά με τη διατροφή και τον καρκίνο. Συνδυάζοντας δεδομένα από εννέα μακροχρόνιες μελέτες στο Ηνωμένο Βασίλειο, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ινδία και την Ταϊβάν, οι ερευνητές μπόρεσαν να εξετάσουν ένα ευρύ φάσμα πληθυσμών και διατροφικών συνηθειών. Οι συμμετέχοντες ταξινομήθηκαν ανάλογα με την κατανάλωση κρέατος, πουλερικών ή ψαριών, γεγονός που προσέδωσε μεγαλύτερη λεπτομέρεια σε σχέση με έναν απλό διαχωρισμό «χορτοφάγοι» και «μη χορτοφάγοι».
Η μελέτη παρακολούθησε τους συμμετέχοντες για μεγάλο χρονικό διάστημα και, λόγω του μεγάλου αριθμού περιστατικών καρκίνου, τα αποτελέσματα θεωρούνται ισχυρά. Ωστόσο, οι διαφορές στον τρόπο καταγραφής της διατροφής και η ποικιλομορφία των πληθυσμών κατέστησαν την ανάλυση πιο σύνθετη.
Ορισμένες ομάδες περιλάμβαναν μεγάλο αριθμό χορτοφάγων, ενώ άλλες αντιπροσώπευαν γενικότερους πληθυσμούς, γεγονός που ενισχύει τη γενικευσιμότητα των ευρημάτων. Οι διατροφικές συνήθειες παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό σταθερές με την πάροδο του χρόνου, αν και είναι πιθανές ορισμένες μεταβολές. Οι ερευνητές έλαβαν επίσης υπόψη άλλους παράγοντες τρόπου ζωής, όπως το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, η φυσική δραστηριότητα, το σωματικό βάρος και το αναπαραγωγικό ιστορικό, αν και μικρές επιδράσεις μπορεί να παραμένουν.
Καρκίνοι του γαστρεντερικού συστήματος
Για τους καρκίνους του πεπτικού συστήματος, τα αποτελέσματα ήταν μικτά. Τα άτομα που κατανάλωναν ψάρια (pescatarians) εμφάνισαν χαμηλότερο κίνδυνο για καρκίνο του παχέος εντέρου σε σύγκριση με τους καταναλωτές κρέατος, υποστηρίζοντας την άποψη ότι η μείωση της κατανάλωσης κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος μπορεί να είναι ωφέλιμη.
Οι χορτοφάγοι δεν παρουσίασαν το ίδιο όφελος, ενώ οι βίγκαν εμφάνισαν, απροσδόκητα, υψηλότερο κίνδυνο για καρκίνο του παχέος εντέρου. Αυτό υποδηλώνει ότι η απλή αποφυγή του κρέατος δεν εγγυάται χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου—οι λεπτομέρειες (ποιότητα) της διατροφής έχουν σημασία.
Μία πιθανή εξήγηση σχετίζεται με τα θρεπτικά συστατικά. Οι βίγκαν συχνά καταναλώνουν περισσότερες φυτικές ίνες και λιγότερο αλκοόλ, παράγοντες που συνήθως είναι προστατευτικοί, αλλά προσλαμβάνουν λιγότερο ασβέστιο λόγω αποφυγής των γαλακτοκομικών. Η χαμηλή πρόσληψη ασβεστίου ενδέχεται να αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου.
Οι χορτοφάγοι εμφάνισαν υψηλότερο κίνδυνο για έναν συγκεκριμένο τύπο καρκίνου του λαιμού, γεγονός που μπορεί να σχετίζεται με διατροφικούς ή συμπεριφορικούς παράγοντες, αν και ο ακριβής μηχανισμός παραμένει άγνωστος. Από την άλλη πλευρά, οι χορτοφάγοι είχαν χαμηλότερο κίνδυνο για καρκίνο του παγκρέατος, γεγονός που υποδηλώνει ότι η φυτική διατροφή μπορεί να είναι προστατευτική για ορισμένους τύπους καρκίνου.
Καρκίνος μαστού και προστάτη
Οι γυναίκες που ακολουθούσαν πεσκαταριανή ή χορτοφαγική διατροφή εμφάνισαν ελαφρώς χαμηλότερο κίνδυνο για καρκίνο του μαστού, ιδιαίτερα μετά την εμμηνόπαυση. Αυτό ενδέχεται να σχετίζεται με διαφορές στο σωματικό βάρος, τα επίπεδα ορμονών ή τη συνολική διατροφή. Οι φυτικές δίαιτες συχνά συμβάλλουν στη διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους και ορμονικής ισορροπίας, παράγοντες που επηρεάζουν τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού.
Για τους άνδρες, οι χορτοφάγοι και οι καταναλωτές πουλερικών εμφάνισαν χαμηλότερο κίνδυνο για καρκίνο του προστάτη σε σύγκριση με τους καταναλωτές κρέατος. Αυτό μπορεί να σχετίζεται με τη μειωμένη κατανάλωση κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος ή με άλλες υγιεινές συνήθειες. Ωστόσο, τα αποτελέσματα δεν ήταν πλήρως συνεπή μεταξύ όλων των ομάδων μελέτης, γεγονός που απαιτεί προσεκτική ερμηνεία. Η διατροφή δεν φάνηκε να επηρεάζει σημαντικά τον καρκίνο των ωοθηκών ή της μήτρας.
Καρκίνοι νεφρών, αίματος και ουροποιητικού
Οι πεσκαταριανοί και οι χορτοφάγοι εμφάνισαν χαμηλότερο κίνδυνο για καρκίνο των νεφρών, ένα εύρημα που ήταν συνεπές σε όλες τις αναλύσεις. Αυτό μπορεί να σχετίζεται με το χαμηλότερο σωματικό βάρος, τον καλύτερο μεταβολισμό ή την αποφυγή διατροφικών παραγόντων που σχετίζονται με τον καρκίνο των νεφρών.
Οι χορτοφάγοι εμφάνισαν επίσης χαμηλότερο κίνδυνο για πολλαπλό μυέλωμα, έναν τύπο καρκίνου του αίματος, αν και οι ερευνητές δεν έχουν σαφή εξήγηση για αυτό. Δεν παρατηρήθηκαν σαφείς διαφορές για τον καρκίνο της ουροδόχου κύστης, τη λευχαιμία ή το λέμφωμα μη-Hodgkin (non-Hodgkin lymphoma), γεγονός που υποδηλώνει ότι η διατροφή μπορεί να έχει μικρότερη σημασία για αυτούς τους τύπους καρκίνου.
Άλλοι σημαντικοί παράγοντες
Το σωματικό βάρος παίζει σημαντικό ρόλο. Τα άτομα που ακολουθούν φυτικές δίαιτες έχουν συχνά χαμηλότερο δείκτη μάζας σώματος, ο οποίος από μόνος του σχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου. Η προσαρμογή (adjustment) για το δείκτη μάζας σώματος μείωσε ορισμένες από τις διαφορές που παρατηρήθηκαν στη μελέτη.
Το κάπνισμα αποτελεί επίσης κρίσιμο παράγοντα. Όταν οι ερευνητές εξέτασαν μόνο μη καπνιστές, δεν παρατηρήθηκαν διαφορές μεταξύ των διατροφικών ομάδων για τον καρκίνο του πνεύμονα, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία του τρόπου ζωής στη μελέτη της σχέσης διατροφής και καρκίνου.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
ΠΑΡΑΘΕΣΗ ΠΡΩΤΟΤΥΠΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ
Το παραπάνω άρθρο είναι το απόσταγμα πρωτότυπης επιστημονικής δημοσίευσης με τα κάτωθι στοιχεία:
Τίτλος
Vegetarian diets and cancer risk: pooled analysis of 1.8 million women and men in nine prospective studies on three continents
Συγγραφείς-ερευνητές
Yashvee Dunneram, Jia Yi Lee, Cody Z. Watling, Izabella Lawson, Mahboubeh Parsaeian, Gary E. Fraser, Fayth M. Butler, Dorairaj Prabhakaran, Krithiga Shridhar, Dimple Kondal, Viswanathan Mohan, Mohammed K. Ali, K. M. Venkat Narayan, Nikhil Tandon, Tammy Y. N. Tong, Ruth C. Travis, Tina H. T. Chiu, Ming-Nan Lin, Chin-Lon Lin, Hsin-Chou Yang, Yu-Jen Liang, Darren C. Greenwood, Gillian K. Reeves, Keren Papier, Sarah Floud, Rashmi Sinha, Linda M. Liao, Erikka Loftfield, Janet E. Cade, Timothy J. Key and Aurora Perez-Cornago
Επιστημονικό περιοδικό δημοσίευσης
British Journal of Cancer; https://doi.org/10.1038/s41416-025-03327-4
Πανεπιστήμιο/Ινστιτούτο/Ερευνητικό κέντρο
Cancer Epidemiology Unit, Nuffield Department of Population Health, University of Oxford, Oxford, UK.
Human Nutrition and Exercise Research Centre, Faculty of Medical Sciences, Newcastle University, Newcastle upon Tyne, UK.
MRC Epidemiology Unit, University of Cambridge School of Clinical Medicine, Cambridge, UK.
Division of Cancer Epidemiology and Genetics, National Cancer Institute, Bethesda, MD, USA.
Centre for Nutrition, Healthy Lifestyles and Disease Prevention, School of Public Health, Loma Linda University, Loma Linda, CA, USA.
Centre for Chronic Disease Control, New Delhi, India.
Emory Global Diabetes Research Center, Woodruff Health Sciences Center and Emory University, Atlanta, GA, USA.
London School of Hygiene and Tropical Medicine, London, UK.
Centre for Health Analytics, Research, and Trends, Trivedi School of Bioscience, Ashoka University, Sonipat, Haryana, India.
Madras Diabetes Research Foundation (ICMR Collaborating Centre of Excellence) and Dr. Mohan’s Diabetes Specialities Centre (IDF Centre of Excellence in Diabetes Care), Chennai, India.
Hubert Department of Global Health, Emory University, Atlanta, GA, USA.
Department of Epidemiology, Rollins School of Public Health, Emory University, Atlanta, GA, USA.
Department of Family and Preventive Medicine, School of Medicine, Emory University, Atlanta, GA, USA.
Department of Endocrinology and Metabolism, All India Institute of Medical Sciences, New Delhi, India.
Department of Nutritional Science, Fu-Jen Catholic University, New Taipei City, Taiwan.
National Center for Geriatrics and Welfare Research, National Health Research Institutes, Yunlin, Taiwan.
Department of Family Medicine, Dalin Tzu Chi Hospital, Buddhist Tzu Chi Medical Foundation, Chiayi, Taiwan.
Department of Family Medicine, College of Medicine, Tzu Chi University, Hualien, Taiwan.
Buddhist Tzu Chi Medical Foundation, Hualien, Taiwan.
Institute of Statistical Science, Academia Sinica, Taipei, Taiwan.
School of Medicine, University of Leeds, Leeds, UK.
Nutritional Epidemiology Group, School of Food Science and Nutrition, University of Leeds, Leeds, UK.
ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΘΥΝΗΣ
Το άρθρο συνοψίζει δημοσιευμένη επιστημονική μελέτη, χωρίς ευθύνη της συντακτικής ομάδας του From Science to Nutrition για την εγκυρότητα, τη μεθοδολογία ή τα συμπεράσματά της.
Η δημοσίευση δεν σημαίνει αποδοχή ή υποστήριξη των απόψεων των συγγραφέων ούτε συνιστά σύσταση διατροφικής παρέμβασης. Η χρήση των πληροφοριών γίνεται με αποκλειστική ευθύνη του αναγνώστη, ενώ το περιεχόμενο μπορεί να τροποποιηθεί ή να αποσυρθεί χωρίς προειδοποίηση.
Η αξιολόγηση διατροφικών παρεμβάσεων ανήκει αποκλειστικά σε αρμόδιους επαγγελματίες υγείας.





